Υπάρχουν φράσεις που συγκλονίζουν μόνο από το άκουσμα. Φράσεις που δεν χρειάζονται επεξηγήσεις ή άλλες αναλύσεις. "Γιατί παιδάκι μου; Γιατί δεν μου μιλούσες;". Η εξομολόγηση ενός πατέρα, που συγκλόνισε την κοινή γνώμη, μετά την αυτοκτονία της 16χρονης κόρης του, δεν είναι απλώς μια στιγμή οδύνης. Είναι μια φράση που απευθύνεται σε όλους μας.
Όταν μια τέτοια είδηση γίνεται γνωστή, συνήθως σπεύδουμε να αναζητήσουμε τις αιτίες και τις βαθύτερες εξηγήσεις. Τι έφταιξε; Το σχολείο; Το διαδίκτυο; Οι παρέες; Η πίεση; Κάθε φορά προσπαθούμε να εντοπίσουμε τον αποδιοπομπαίο τράγο για να ελαφρύνουμε από το δικό μας μερίδιο ευθύνης. Και αναλύουμε και ξανά αναλύουμε μην μπορώντας να δούμε κάτι που είναι σχεδόν μπροστά στα μάτια μας. Τα σημάδια που έδειχναν ότι κάτι δεν πάει καλά. Τα λόγια που δεν ειπώθηκαν εγκαίρως.
Η ψυχολόγος Αλίσια Μίλερ, στο βιβλίο της "Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας", γράφει ότι το παιδί μαθαίνει από πολύ νωρίς να προσαρμόζεται στις ανάγκες των μεγάλων. Να γίνεται το “καλό παιδί”. Να διαισθάνεται τι επιτρέπεται και τι όχι. Αν αντιληφθεί ότι ο πόνος του προκαλεί αναστάτωση στον φροντιστή του, τον κρύβει. Αν δει ότι η οργή του τρομάζει, τη θάβει. Η αγάπη συνδέεται με την αποδοχή. Και η αποδοχή με την προσαρμογή.
Στις περισσότερες οικογένειες υπάρχει φροντίδα. Υπάρχει αγωνία για το μέλλον των παιδιών, για τις επιδόσεις τους και για τις επιλογές τους. Αυτό που συχνά απουσιάζει δεν είναι η πρόθεση αλλά ο χώρος έκφρασης. Ο χώρος για να ειπωθούν τα δύσκολα χωρίς απαραίτητα να διορθωθούν αμέσως. Χωρίς να μειωθούν. Χωρίς να μετατραπούν σε υπερβολή.
Πόσες φορές ένα παιδί ακούει ότι θα του περάσει; Ότι όλοι τα έχουμε περάσει αυτά; Ότι δεν έχει λόγο να νιώθει έτσι; Οι φράσεις αυτές δεν λέγονται από αδιαφορία. Λέγονται μάλλον από αμηχανία. Από την ανάγκη να επανέλθει γρήγορα η ισορροπία. Γιατί έχουμε εκπαιδευτεί όλοι μας να αναζητούμε ισορροπίες, χωρίς να μας γνωρίζουμε ότι αυτό δεν γιατρεύει απαραίτητα τον εσωτερικό πόνο ενός “ευαίσθητου παιδιού”.
Η Μίλερ επισημαίνει ότι το παιδί θα προτιμήσει να θυσιάσει τη δική του αλήθεια παρά τη σχέση με τους γονείς του. Αν νιώσει ότι η ειλικρίνειά του απειλεί τη σύνδεση, θα σωπάσει. Θα συνεχίσει να λειτουργεί. Θα πηγαίνει σχολείο. Θα χαμογελάει. Και ταυτόχρονα θα απομακρύνεται από τον εαυτό του.
Δημόσια μιλάμε συχνά για ψυχική υγεία. Υπάρχουν καμπάνιες, ενημερώσεις, προτροπές να σπάσει η σιωπή. Όμως η δημόσια ευαισθητοποίηση δεν εξασφαλίζει ότι θα ανοίξει η κουβέντα μέσα στο σπίτι μας. Μπορεί να γνωρίζουμε θεωρητικά τι σημαίνει κατάθλιψη, αλλά να δυσκολευόμαστε να καθίσουμε απέναντι από το παιδί μας και να αντέξουμε τη δική του απόγνωση.
Το ερώτημα "γιατί δεν μου μιλούσες" κρύβει μέσα του ένα ακόμα που σπάνια διατυπώνεται. Ήμουν έτοιμος να ακούσω. Να ακούσω χωρίς να ερμηνεύσω, χωρίς να συγκρίνω, χωρίς να απαντήσω με συμβουλές. Να αποδεχθώ ότι το παιδί μου μπορεί να υποφέρει ακόμα κι αν εγώ πιστεύω ότι του έχω δώσει τα πάντα.
Καμία τραγωδία δεν εξηγείται με μία μόνο παράμετρο. Ούτε μπορεί κάποιος να κατηγορήσει τους γονείς που μένουν πίσω για όλα. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά το κλίμα μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά. Αν νιώθουν ότι η αγάπη δεν εξαρτάται από το πόσο ανθεκτικά δείχνουν. Αν έχουν το περιθώριο να είναι αδύναμα χωρίς να θεωρηθούν υπερβολικά.
Κάποιες τραγωδίες μπορούν να αποφευχθούν απλά με την παρατήρηση. Με της εστίαση στις μικρές, καθημερινές στιγμές που προηγούνται. Στον χρόνο που τους αφιερώνουμε χωρίς βιασύνη και προϋποθέσεις. Στην επιμονή να τους ρωτήσουμε ξανά όταν η πρώτη απάντηση είναι "καλά". Στη διάθεση να κάνουμε δύσκολες κουβέντες. Κουβέντες που θα ακούσουμε πραγματικά και θα κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα. Αυτή που ενδεχόμενα να μη μας αρέσει.
Από τη στήλη "ΨΙΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ" στην ΡΟΔΙΑΚΗ




