Ο Θουκιδίδης στο Νταβός κι εμείς στον κόσμο μας
Στο πρόσφατο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ έκανε κάτι που σπανίζει στον σύγχρονο πολιτικό λόγο. Αντί να περιοριστεί σε αριθμούς, αγορές και προβλέψεις, επέλεξε να ξεκινήσει την ομιλία του με τον Θουκυδίδη και τη φράση: «οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υποφέρουν ό,τι πρέπει».
Η αναφορά δεν ήταν φιλολογική ούτε διακοσμητική. Ο Κάρνεϊ τη χρησιμοποίησε για να περιγράψει αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων» και την επιστροφή των «ηγεμονιών» στο διεθνές σύστημα. Έναν κόσμο όπου οι κανόνες δοκιμάζονται, οι θεσμοί πιέζονται και η ισχύς επανέρχεται ως βασικός ρυθμιστής των εξελίξεων.
Ο Θουκυδίδης παραμένει επίκαιρος όχι επειδή προέβλεψε γεγονότα, αλλά επειδή αποκάλυψε τους μηχανισμούς που επαναλαμβάνονται. Δηλαδή τον φόβο ως κινητήρια δύναμη, το συμφέρον ως οδηγό αποφάσεων, την ύβρη ως παγίδα ισχυρών και αδύναμων. Αυτά δεν ανήκουν στο παρελθόν. Είναι κάτι που διαιωνίζεται διαχρονικά με την εξέλιξη του γένους μας, ενδεχόμενα με πιο τεχνολογικά και θεσμικά περιτυλίγματα στο σήμερα.
Η στιγμή, ωστόσο, γεννά και μια καθόλου κολακευτική για εμάς διαπίστωση. Τη στιγμή που ένας σύγχρονος ηγέτης αντλεί στρατηγική σκέψη από την αρχαία ελληνική γραμματεία και προκαλεί τον παγκόσμιο θαυμασμό, η Ελλάδα εξακολουθεί συχνά να τη διαχειρίζεται ως μουσειακό κειμήλιο. Ως πολιτιστικό σύμβολο και όχι ως ζωντανό εργαλείο ανάλυσης και πολιτικής σκέψης.
Κι όμως, η αρχαία ελληνική γραμματεία δεν είναι απλώς απομεινάρι ενός μαυσωλείου και μιας προσκόλλησης στο ένδοξο παρελθόν. Είναι μια διαρκής άσκηση κρίσης. Μια συστηματική προσπάθεια κατανόησης της σχέσης ανάμεσα στην εξουσία και την ευθύνη, στο κράτος και τον πολίτη, στη σύγκρουση και τη λογική. Δεν προσφέρει συνταγές διακυβέρνησης, αλλά καλλιεργεί κάτι σπανιότερο: στρατηγική σκέψη και πνευματική ετοιμότητα.
Σε έναν κόσμο που μεταβαίνει από τη ρητορική της συνεργασίας στη γλώσσα της ισχύος, τα μικρότερα κράτη βρίσκονται μπροστά σε υπαρξιακά διλήμματα. Η Ευρώπη το βιώνει ήδη, μάλλον με αμηχανία. Χώρες όπως η Ελλάδα καλούνται να αποφασίσουν αν θα λειτουργούν ως παθητικοί αποδέκτες εξελίξεων ή ως ενεργοί διαμορφωτές θέσεων και αφηγήματος.
Δεν πρόκειται μόνο για οικονομική ή στρατιωτική ισχύ. Πρόκειται για κατανόηση του πλαισίου. Για ικανότητα ανάγνωσης των συσχετισμών. Για το πνευματικό βάθος που επιτρέπει σε ένα κράτος να συμμετέχει στο τραπέζι των αποφάσεων με όρους και όχι με εκκλήσεις.
Όπως είπε και ο Κάρτνεϊ στο Ναβός, «αν δεν καθόμαστε στο τραπέζι, θα βρεθούμε στο μενού». Αυτό είναι και το ουσιαστικό μήνυμα της θουκυδίδειας υπενθύμισής του. Η απουσία στρατηγικής σκέψης δεν είναι ουδετερότητα. Είναι αποδοχή ρόλου. Του ρόλου εκείνου που δεν συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων, αλλά τις εκτελεί.
Στην εποχή των νέων ηγεμονιών, όποιος δεν κατανοεί τους μηχανισμούς της ισχύος δεν προστατεύεται από κανόνες. Απλώς παρακάμπτεται. Δεν αντιμετωπίζεται ως εταίρος, αλλά ως πρόβλημα προς διαχείριση. Και τότε, η πολιτική μετατρέπεται σε «σχολικό περιβάλλον». Εντολές για τα «φρόνιμα παιδιά», τιμωρία για τα απείθαρχα, ανοχή μόνο σε καταστάσει που εξυπηρετούν τους σκοπούς της ηγεμονίας, για όσο το κάνουν.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο μεγάλη, αλλά και πιο παραμελημένη δυνατότητα της Ελλάδας. Όχι στη μίμηση των ισχυρών - δεν θα μπορούσε άλλωστε- ούτε στην ψευδαίσθηση ότι η ταχύτητα υποκαθιστά τη σκέψη. Αλλά στην ίδια την σκέψη. Σε εκείνη την σκέψη που γεννήθηκε εδώ, που ανέλυσε την ισχύ χωρίς αυταπάτες, που μίλησε για φόβο, συμφέρον και ύβρη πριν αυτά γίνουν λέξεις των διεθνών σχέσεων. Σε εκείνη τη σκέψη που έχει ήδη διατυπωθεί, με τόλμη και διαύγεια, εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια και που ακόμη περιμένει να αξιοποιηθεί όχι ως ιστορικό βάρος, αλλά ως εργαλείο ισχύος.
Από τη στήλη "ΨΙΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ" στη ΡΟΔΙΑΚΗ




