Τραμπ Vs Τσόμσκι
Δεν πρόλαβε καλά καλά να μπει το νέο έτος και οι αναταράξεις από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού είναι απανωτές. Μια τέτοια στιγμή ήταν και η φράση FAFO (Fuck Around and Find Out) που αναγράφηκε σε επίσημο ποστάρισμα του Λευκού Οίκου, με αφορμή την υπόθεση Μαδούρο. Το μήνυμα ήταν απόλυτα σαφές: παίξε με τη φωτιά και θα το πληρώσεις. Δεν χρειαζόταν ερμηνεία. Λειτούργησε αμέσως ως προειδοποίηση.
Υπό άλλες συνθήκες, το σοκ θα ήταν τεράστιο. Όμως η σκληρή και προκλητική ρητορική του Τραμπ έχει πλέον καταστήσει ακόμη και τέτοιες διατυπώσεις σχεδόν αναμενόμενες. Έτσι, η συζήτηση μετατοπίστηκε γρήγορα στο αν η στάση ήταν δικαιολογημένη ή όχι, και όχι στο πιο ανησυχητικό ζήτημα που είναι το τι σημαίνει όταν η απειλή γίνεται επίσημος τρόπος έκφρασης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το FAFO δεν είναι ουδέτερη φράση. Πριν εμφανιστεί σε θεσμικό επίπεδο, είχε ήδη χρησιμοποιηθεί σε κύκλους ακροδεξιών και εξτρεμιστικών ομάδων στις ΗΠΑ ως ωμό σύνθημα εκφοβισμού και επίδειξης δύναμης. Το γεγονός ότι μια τέτοια γλώσσα περνά αυτούσια στον πολιτικό λόγο δεν είναι λεπτομέρεια. Δηλώνει μετατόπιση ορίων.
Ο Τραμπ δεν εισήγαγε απλώς έναν σκληρό τόνο. Η αλαζονεία, η οποία εκπορεύεται από την επανεκλογή του και την πλήρη σχεδόν ευθυγράμμιση γύρω του, γίνεται πλέον βασικό στοιχείο του λόγου του. Δεν αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει. Μέσα από το FAFO δεν επιδιώκει να πείσει ούτε να αναπτύξει σκέψη. Δηλώνει ισχύ και θεωρεί αυτονόητη τη συμμόρφωση. Εκεί που παλαιότερα υπήρχε επιχειρηματολογία, τώρα υπάρχει στάση.
Περισσότερο προβληματισμό όμως από την ίδια τη φράση προκαλεί το γιατί αυτός ο τρόπος λόγου γίνεται αποδεκτός. Γιατί η ένταση καθησυχάζει περισσότερο από την ανάλυση. Γιατί η απειλή μοιάζει πιο σταθερή από τη σκέψη. Και γιατί η βεβαιότητα, ακόμη κι όταν εμπεριέχει βία, φαίνεται προτιμότερη από την αβεβαιότητα της λογικής.
Ίσως επειδή οι κοινωνίες είναι κουρασμένες. Από κρίσεις, από πληροφορία, από πολυπλοκότητα. Ο θυμός απλοποιεί. Δεν ζητά συμμετοχή ούτε χρόνο. Δείχνει κατεύθυνση και προσφέρει την αίσθηση ελέγχου. Σε αυτό το περιβάλλον, ο λόγος του Τραμπ δεν κυριαρχεί επειδή είναι βαθύς, αλλά επειδή είναι εύκολος.
Ακριβώς απέναντι σε αυτή τη λογική στέκεται ο Νόαμ Τσόμσκι. Εδώ και δεκαετίες επιμένει ότι η εξουσία δεν πρέπει να φοβίζει, αλλά να ελέγχεται, και ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί χωρίς ενημερωμένους πολίτες. Είναι από τους ελάχιστους στις ΗΠΑ που όρθωσαν ανάστημα απέναντι στον Τραμπ, χαρακτηρίζοντάς τον ίσως τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο στην ανθρώπινη ιστορία - όχι για το ύφος του, αλλά για τη συστηματική υποτίμηση της γνώσης, των θεσμών και της ευθύνης.
Η αντίθεση δεν είναι προσωπική. Είναι φιλοσοφική. Από τη μία, η εξουσία που μιλά κοφτά και απαιτεί υπακοή. Από την άλλη, η σκέψη που ζητά κατανόηση και συμμετοχή. Ο Τραμπ προσφέρει σιγουριά χωρίς κόπο. Ο Τσόμσκι ζητά κόπο χωρίς να υπόσχεται σιγουριά.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ποιος λόγος γίνεται πιο εύκολα αποδεκτός. Η σκέψη κουράζει. Η αμφιβολία δεν καθησυχάζει. Η ωμή διατύπωση μοιάζει καθαρή και άμεση. Η ανθρωπότητα το έχει ξαναζήσει αυτό με τον Χίτλερ. Κι εκείνος εκλεγμένος ήταν.
Το FAFO δεν ήταν απλώς μια φράση σε ένα ποστάρισμα. Ήταν μια δοκιμασία για την ανοχή της κοινωνίας. Για το πόσο εύκολα μια γλώσσα που γεννήθηκε στο περιθώριο μπορεί να εγκατασταθεί στο κέντρο, αρκεί να υπόσχεται τάξη και ομαλότητα, ασχέτως αν πίσω από τη μάσκα κρύβεται το πιο τρομακτικό πρόσωπο της βίας.
Η αντιπαράθεση Τραμπ - Τσόμσκι θα μπορούσε από μόνη της να αποτελεί κεφάλαιο της κοινωνιολογίας. Δεν αφορά μόνο την Αμερική. Αφορά όλους εκείνους που ενοχλούνται όταν τους ζητείται να σκεφτούν και να αντέξουν την πολυπλοκότητα. Και αφορά τη ροπή τους να μην παίρνουν στα σοβαρά το εκκολαπτόμενο κακό, αρκεί να παρουσιάζεται ως αναγκαίο ή φυσικό. Ακόμη κι όταν εμφανίζεται χωρίς προσχήματα, επιλέγουν συχνά να το προσπεράσουν. Όχι επειδή δεν το βλέπουν, αλλά επειδή τους βολεύει να πιστεύουν ότι δεν τους αφορά.
Από τη στήλη "ΨΙΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ" στη ΡΟΔΙΑΚΗ της Κυριακής




