Σήμερα είναι πιο μεγάλη μέρα του καλοκαιρού κι όπου υπάρχει μια Παναγιά, ακριβώς εκεί, μπροστά στα μάτια Της στήνεται το πιο σπουδαίο γλέντι.
Έτσι και στις Μενετές Καρπάθου, η μεγάλη τρίκλιτη βασιλικού ρυθμού εκκλησία, το προαύλιο, τα γύρω καφενεία, τα στενά, όπως και όλο το χωριό, για τους τυχερούς που βρίσκονται εκεί, γίνεται το κέντρο του πλανήτη.
Μια τέτοια μέρα δεν έχει μπανιερά και θάλασσες, έχει λούσο και στολίδι,
τουλάχιστον έτσι γινόταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια.
Τότε όλα έπρεπε να είναι στη τρίχα, σπίτια, στενά και άνθρωποι, όλα να λάμπουν και να φορούν τις καλύτερες φορεσιές τους!
Ήταν μεγάλη ασέβεια να μην αφιερώσεις τη μέρα στην Παναγία και έπειτα έμοιαζε με το πιο σίγουρο, το πιο σταθερό ραντεβού!
Από τα πέρατα του κόσμου, συγγενείς, φίλοι και γνωστοί περίμεναν 12 μήνες για να ανταμώσουν κι αυτό σήμαινε πως είναι ζωντανοί, πως όπου κι αν βρίσκονται δεν ξεχνούν τον τόπο και πρώτο μέλημα ήταν να αφήνουν στην επόμενη γενιά ζωντανές τις παραδόσεις.
Αποκορύφωμα της συλλογικής προσπάθειας, το μεσημεριανό τραπέζι, το φαγητό που ετοιμάζεται στην κουζίνα της εκκλησίας και βοηθούν όλοι οι Μενετιάτες και οι φίλοι του χωριού. Ευτυχώς μέχρι και σήμερα ετούτη η παράδοση κρατά πολύ γερά!
Το θέμα, όπως ήδη καταλάβατε, δεν είναι αφορά την πίστη, ούτε θα πιάσουμε Αγγέλους κι Αρχαγγέλους από τα φτερά ή τα ποδάρια!
Έχει να κάνει τα ποτά και τα κεράσματα μιας άλλης εποχής, που αν και δεν είναι καθόλου μακριά μας μοιάζει τόσο άγνωστη και ξένη.
Κάποτε λοιπόν, όχι τόσα πολλά χρόνια πίσω, στα τραπέζια υπήρχε άφθονο σπιτικό κρασί και καρπάθικο τσίπουρο!
Μάλιστα! Κάθε φαμίλια απαραίτητα θα έφτιαχνε 300-500 οκάδες κρασί και στη συνέχεια άναβαν καζάνι, έκαναν απόσταξη και έφτιαχναν άλλο τόσο τσίπουρο. Ειδικά το τσίπουρο δεν το είχαν για τη δική τους κατανάλωση, το προσέφεραν στις χαρές και στα γλέντια, καλή ώρα όπως σήμερα στο πανηγύρι της Παναγίας, σε κάθε σπίτι το κέρασμα ξεκινούσε με ένα τα σπιτικό τσιπουράκι!
Από το 1938 οι Ιταλοί , το οικονομικό, το Guardia di finanza, ήταν το πιο σκληρό σώμα που υπήρχε πάνω στο νησί, έβγαλαν επίσημο φιρμάνι και απαγόρεψαν στην Κάρπαθο τα καζανίσματα, έπειτα πλάκωσε ο πόλεμος, οι μεγάλες φτώχειες κι τις φτώχειες, τις μιζέριες που κατέληξαν στο μισεμό και την εγκατάλειψη των χωραφιών. Έτσι δεν έμεινε άνθρωπος να συνεχίσει τα καζανίσματα και να φτιάχνει το κρασάκι του.
Με ξεναγό το μνημονικό του σπουδαίο Μενετιάτη Αριστείδη Παπουτσάκη, μαθαίνουμε τις τοποθεσίες, που ακριβώς ήταν τα επτά καζάνια, μάλιστα επτά, που έβραζαν το Μενετιάτικο τσίπουρο!
-
Απέναντι από το σταύλο Μηνά του Βιτωρούλη, στη Ζαζόπετρα είχε ένα μεγάλο σκίνο και είχε ένα καλύβι, εκεί ήταν το καζάνι, η φωτιά και η μπιρμπιλίθρα, είχε και ένα μάγγανο λίγο πιο πίσω και από εκεί μετέφεραν το νερό. -
Έπειτα όπως πάμε προς τα πίσω, για το Βρουλούι, στις Παναγίας το κάμπο, κοντά στης Παναγιώτας του Ρουσάκη το χωράφι. Αυτό ήταν ένα από τα μεγάλα καζάνια του χωριού. -
Στις Παναγίας το κάμπο ήταν και το μεγαλύτερο καζάνι, ήταν του παπα-Μπέριου, που είχε και ένα κεντρικό καφενείο και τέτοια μέρα εκεί μέσα έπαιρναν φωτιά οι λύρες και αναστέναζαν τα λαούτα!
Σε κείνο το σταύλο ολόκληρος ο τοίχος της αυλής είχε μια σειρά από κιούπια, επίτηδες φτιαγμένα, χωνευτά μέσα στις πέτρες. Υπήρχε και ένα κόλπο, άναβαν ένα κερί και το έβαζαν μέσα στις μεγάλες στάμνες κι όταν αυτό έσβηνε τότε καταλάβαιναν ότι τα στράφιλα ήταν έτοιμα και άναβαν φωτιά, ετοίμαζαν το καζάνι και έφτιαχναν το τσίπουρο!
-
Κοντά στο κτήμα του Νίκου Ρουσάκη, ήταν το καζάνι της Σοφίλας του (Β)ασιλή, έτσι το λέγανε. -
Τελευταίο καζάνι ήταν αυτό της διακόνισσας, της Μαριάνθης του παπα-Βαγγέλη κι αυτό βρισκόταν στον ποταμό, προς τη Διάθρα.
Επίσης στην περιοχή του Αφιάρτη υπήρχαν ακόμη δυο μεγάλα καζάνια.
Για να πάρουε μυρωδιά και να καταλάβουμε τις ποσότητες, όταν η μητέρα του αφηγητή, του Αριστείδη Παπουτσάκη, άναβε το καζάνι έφτιαχνε περίπου 700 κιλά τσίπουρο!
Όλα τα σπίτια έκαναν 300 με 500 οκάδες κρασί! Και δεν ορισμένα βαρέλια έβαζαν πετίλα πεύκου μέσα στο μούστο, για να δώσουν παραπάνω χρώμα στο κρασί τους.
Ο αείμνηστος αφηγητή και σημερινός ξεναγός μας στην ιστορία των Μενετών, ήθελε να προχωρήσει στα γράμματα, όμως ο αγρότης, ο ζευγάς πατέρας του δεν τον άφησε και του έλεγε μια μαντινάδα:
«Αν είσαι για την Κάρπαθο μην πιάνεις καλαμάρι
Μόνο στιβάνι να φορείς και να λαλείς ζευγάρι...»
Σήμερα στο χωριό μπορεί να μην υπάρχει σπιτικό τσίπουρο και η γη να ξεραίνεται διψασμένη, μα δεν λείπει η πρόθεση, η διάθεση και πάνω από όλα η μνήμη.
Η εξέλιξη μπορεί να αλλάζει τη μουσική, να σιγοτρώει κάτι από το γλέντι και τους κανόνες του, όμως όσο στέκει ο βράχος θα υπάρχει πάντα η αφορμή για να γίνουν οι Μενετές, έστω και για μια μέρα, το κέντρο του κόσμου.




