Μια βαθιά υπόκλιση του χρόνου στις ανθρώπινες ψυχές, του Μανώλη Δημελλά

Πως γίνεται απότομα να βαραίνουν τα πόδια και κάθε βήμα να μοιάζει Γολγοθάς;

Σε όλο το δρόμο κρατούσα σφιχτά το μικρό μου εγγονάκι, τον Γιάννακη. Πήρα μαζί και το παιδί, μάλλον περισσότερο για δική μου ασφάλεια, για να μη λυγίσω, αφού είπα πως δεν πρέπει, δε γίνεται να σπάσω μπροστά στον αγαπημένο φίλο, στον κουμπάρο, που θα έφευγε πρώτος.

Αυτό ήταν το τελευταίο, το πιο προσωπικό και αναπόδραστο ταξίδι του.

Περπατήσαμε αργά σε όλη τη κεντρική λεωφόρο της Τεχεράνης, χειμώνας του 1944, αυτοκίνητα και άνθρωποι, όλα σα να μοιάζαν τόσο ίδια και αλίμονο, τόσο μα τόσο ξένα!

Όλα εκείνα που μέχρι χτες ένιωθα ολότελα δικά μου, μπορούσα να τα κάνω μια αγκαλιά, τώρα έδειχναν τόσο βαρετά, ήταν αδιάφορα κακομούτσουνα τέρατα.

Φτάσαμε μπροστά στο μεγάλο κτήριο, το νοσοκομείο έριχνε πάνω μας τη χοντροκομμένη του σκιά. Στην είσοδο, μια μεγάλη σκοροφαγωμένη ξύλινη πόρτα δεν προλάβαινε να κλείσει, όλο βρισκόταν κάποιος βιαστικός, που της έδινε μια κι εκείνη γκρινιάζοντας άνοιγε διάπλατα. Ξεπεταγόταν πρόσωπα σαν τα δικά μου, έτσι με φαντάστηκα, σκυθρωπό και κατσουφιασμένο, με σκουντούσαν, προσπερνούσαν σαν αληθινά φαντάσματα.

Μια στιγμή σκέφτηκα τον Γιαννάκη, τον πήρα παραδίπλα και του εξήγησα για το άρρωστο φίλο μου, ο μικρός με ακολουθούσε παντού δίχως δισταγμό, με αγαπούσε τόσο αυτό το παιδί, μα ήταν κομμάτι μου, δεν θα γινόταν αλλιώς, αναρωτήθηκα ενώ ψωνίζαμε ένα δωράκι για τον φίλο, τον Μεσοχωρίτη κουμπάρο μου Μιχάλη Ιωαννίδη.

Ρώτησα στην είσοδο, στο δεύτερο όροφο, δωμάτιο 365, απάντησε βιαστικά και μάλλον αδιάφορα μια κουρασμένη νοσοκόμα, φάνηκε πως μυρίστηκε τη καταγωγή μας, είμαστε εμείς οι Έλληνες, που ξεχωρίζουμε από μακριά. Το έλεγα συχνά του πιτσιρίκου, ήμουν σίγουρος, μια μέρα θα το πίστευε κι αυτός.

Καθαρές μα τόσο χιλιοτριμμένες οι μαρμάρινες σκάλες, οδηγούσαν στους παραπάνω ορόφους, αισθάνθηκα τυχερός, είχα σταθεί μακριά τους όλα αυτά τα χρόνια.

Χτύπα ξύλο, ένιωσα ευλογημένος, ούτε αρρώστια, ούτε κάποιο χτύπημα της μοίρας δε παρέσυρε το κορμί μου μέσα σε αυτό ή ένα παρόμοια θλιβερό κτήριο.

Έχασα ένα σωρό φίλους, αποχαιρέτησε τον αδελφό και πρόσφατα το σπλάχνο μου, όμως εγώ έμεινα γερός, ικανός, να πιάσω τα θηρία της ζούγκλας και να τα κάμω μεσημεριανό γεύμα. Άθελα μου χαμογέλασα, το μάζεψα γρήγορα, μη με δει ο έγγονας μου, και μπερδευτεί μέσα στην ανακατωσούρα των συναισθημάτων μου.

Στο δωμάτιο δεν ήταν μονάχος, άλλο ένα κρεβάτι, ένας άγνωστος, ο άνθρωπος ούτε που φαινόταν, ήταν φασκιωμένος από γάζες και σωληνάκια χώνονταν με βια στο κορμί, ποιος να ξέρει για που τραβούσε.

Ο φίλος μου δεν μας κατάλαβε, πλησιάσαμε αργά, μόλις μας είδε αναντράνισε τα μάτια του και μας καλωσόρισε με ότι δύναμη του είχε απομείνει.

Πάνω-κάτω είχαμε την ίδια ηλικία, ετούτος ο άντρας που έλιωνε πάνω στο σιδερένιο κρεβάτι στα καλά του ήταν τέτοιος παλίκαρος που έβαζε κάτω δέκα από εκείνους τους πιο γερούς μαντυλοδεμένους Τουαρέγκ.

Από το παράθυρο μπορούσε να δει μονάχα ουρανό, καλύτερα σκέφτηκα, ίσως να φεύγει, να δραπετεύει το μυαλό και να φτιάχνει εικόνες από το νησί μας. Να ζωγραφίζει τη Κάρπαθο, το Μεσοχώρι του, πιο πάνω από τα σύννεφα.

Δεν περίμενα πολλά λόγια, τον αγκάλιασα, τον έσφιξα πάνω μου κι ένιωσα τη καρδιά του να χτυπά μέσα στα στήθια μου, έτσι κάνουν οι φίλοι, απολογήθηκα για την απουσία μου, αλλά του εξήγησα πως τώρα, που θα γίνει καλά, θα βγει κι αυτός έξω, θα χαθεί μέσα στην έρημο και τότε σίγουρα θα με δικαιολογήσει.

Έβαλα τον έγγονα να κάτσει δίπλα, κοντά στα πόδια του και πιάσαμε τη κουβέντα για τα περασμένα. Εκείνα τα χρόνια της Ιταλικής σκλαβιάς που μας έφεραν κοντά, μας ένωσαν τόσο γερά που δέσαν τις ψυχές μας με τους πιο χοντρούς κάβους. Θυμήθηκε που πρωτογνωριστήκαμε στα μικρά, τα πιο αθώα μας χρόνια.

Εκείνος ανέβηκε από νωρίς στην Αθήνα και έμαθε γράμματα, στη συνέχεια έπιασε κι αυτός τα ταξίδια. Τα μεροκάματα στις πιο παράξενες χώρες του κόσμου.

Πρωτοδούλεψε στο Χαλέπι της Συρίας. Επιστάτης στο μεγάλο έργο, τη σιδηροδρομική γραμμή Χαλέπι-Μέκκα. Από εκεί βρέθηκε στη μακρινή Μαγαδασκάρη, τότε είχαν ανάγκη από ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό για να ανοίξουν δρόμους μέσα στη ζούγκλα.

Γύρισε στη Κάρπαθο και παντρεύτηκε στα 1906, την Μαριγώ Αντ. Αντωνιάδη.

Από τα παιδικά μας χρόνια είχαμε συναντηθεί αρκετές φορές στην Αθήνα. Κυρίως στις εκδηλώσεις του Πανκαρπαθιακού συλλόγου, αλλά όταν βρεθήκαμε στην Αβησσυνία γίναμε πια αχώριστοι, θαρρώ πως ήταν το 1909.

Εκείνος δούλευε στην σιδηροδρομική γραμμή Τσιμπουτί- Αντίς Αμπέμπα και εγώ ήμουν στα γύρω βουνά από τη Ντίρε-Ντάουα, κάπου βαθιά μέσα στην απάτητη ζούγκλα.

Είχε καλό πόστο και έκανε μπόλικα χρήματα. Όμως δεν σταματούσε να ενδιαφέρεται για τα κοινά. Δεν άδειαζε, δεν ευκαιρούσε ούτε για ένα λεπτό. Από την επιστασία του σιδηροδρόμου στην Αντίς Αμπέμπα, έτρεχε στον καρπαθιακό σύλλογο και από εκεί στην ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, μάλιστα τότε έκανε τα θυρανοίξια της και εκείνος πρωτοστατούσε και οργάνωσε όλη τη γιορτή.

Έβαζε βαθιά το χέρι στη τσέπη και δε λογάριαζε χρυσές λίρες μπροστά στα συναισθήματα του, κυρίως ήταν παρασυρμένος από τον παθιασμένο, αληθινό πατριωτισμό του. Την αστείρευτη αγάπη για την Ελλάδα, μα ήταν φανατικός Βενιζελικός ο Ιωαννίδης, επιστρέφοντας στα αγαπημένα του Μεσοχώρια εκλέχτηκε και Δήμαρχος.

Είχαμε πει από την Αβησσυνία να κουμπαριάσουμε, αλλά δεν πρόλαβε τον δικό μου γάμο. Η παλιά υπόσχεση να γίνουμε συγγενείς πραγματοποιήθηκε το 1917, όταν έγινε νονός της κόρης μου, της Μαριγούλας.

Εκείνα τα χρόνια της Ιταλοκρατίας συνέπεσαν με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και με τους Ιταλούς, ύπουλους και παγαπόντες, δεν είχαν ανοίξει τις απαιτήσεις και δεν δημιουργούσαν μεγάλα προβλήματα στο νησί.

Ο Ιωαννίδης διέθεσε πολλά από τα χρήματα του στο Μεσοχώρι, έκανε αγώνα για να διευκολύνει τη ζωή των κατοίκων. Έφτιαξε γεφύρια, δρόμους, δεν δίστασε να βάλει πλάτη επιδιορθώνοντας το σχολείο, ακόμη και την εκκλησία.

Από την Αβησσυνία είχε φέρει ένα γερό κομπόδεμα, όμως είχε τέτοια λατρεία στον Ελ. Βενιζέλο, που τον έκανε να μετατρέψει σε δραχμές όλες τις λίρες, ήθελε βλέπεις να βοηθήσει τον ηγέτη της Ελλάδας, που όπως έλεγε θα σκέπαζε και τη Κάρπαθο με τη γαλανόλευκη.

Όλα τα όνειρα μοιάζει να τα τράβηξε ένα κύμα, να τα πήρε μακριά η θάλασσα, από το 1920 και την άνοδο του Μουσολίνι, ήρθε ένας ανάποδος καιρός για όλους τους Δωδεκανήσιους και για τους Καρπάθιους, δυσκόλεψε όλους τους πατριώτες, που δεν έπαψαν να νιώθουν Έλληνες.

Μια χρονιά νωρίτερα είχε ξεκινήσει και στο Μεσοχώρι η αντίσταση.

Τότε ο Μιχ. Ιωαννίδης πρωτοστατούσε στα συλλαλητήρια του χωριού. Οι πύρινοι λόγοι του έφερναν αντάρα και ξεσηκωμό, έκαναν τους Ιταλούς να τον σταμπάρουν και με πρώτη ευκαιρία να τον διώξουν από το νησί.

Στο Πανκαρπαθιακό συνέδριο γράφτηκε πως ήταν μια από τις πιο ξεχωριστές προσωπικότητές. Ένα από τα χαρακτηριστικά ήταν ο λόγος του, ο Αριστείδης Σταυράκης, μετέπειτα σημαντικός φιλόλογος- δάσκαλος του νησιού, χαρακτήρισε δημόσια τον Ιωαννίδη ως τον "Δημοσθένη της Καρπάθου".

Η ιστορία με την καταμέτρηση των ανθρώπων και την αρίθμηση των σπιτιών ξεχείλισε το ποτήρι. Έφτασε μάλιστα να υψώσει την Ελληνική σημαία στη γιορτή του Άη Γιάννη.

Δεν συγχωρούσαν κανέναν, οι Ιταλοί ήθελαν το νησί για τον εαυτό τους και το κρατούσαν με τη βία. Στην αρχή του απαγόρευσαν την έξοδο από τον τόπο, όμως μόλις βεβαιώθηκαν για τη δεινή οικονομική του κατάσταση τότε τον εξόρισαν.

Ο Μεσοχωρίτης Μιχάλης Ιωαννίδης, ήταν αληθινός πατριώτης που ακόμη και το τελευταίο του παιδί, ένα κορούλι γλυκό σα μέλι, το βάφτισε Αγνή-Ελευθερία και λίγο αργότερα έφυγε διωγμένος από τους κατακτητές.

Τα επόμενα χρόνια βρεθήκαμε ακόμη πιο κοντά.

Στη Κάρπαθο οι αποστάσεις δεν βοηθούσαν στην καθημερινή επαφή, αντίθετα στην Αθήνα, από τη μια η νοσταλγία για το νησί κι από την άλλη η φλόγα για λευτεριά, έβαζαν φτερά στα πόδια μας. Με τα μέσα μεταφοράς, τα τραμ και τα λεωφορεία για μυστικούς συμμάχους, το ραντεβού στο καφενείο του Μιλτιάδη Παπαμανώλη έγινε σχεδόν καθημερινή υπόθεση.

Εκεί ήρθαμε ακόμη πιο κοντά, ταιριάζαμε με τον Μιχαλάκη, τόσο που όταν το τραπέζι είχε άδεια καρέκλα με ρωτούσαν που πήγε και δε φάνηκε ακόμη ο μπαρής σου;

Ξεκίνησε επιχειρήσεις, οι γνωριμίες και το τίμιο όνομα, τον βοήθησαν να περπατήσει άνετα στην αγορά, όμως η εύθραυστη υγεία του ταλαιπωρούσε την καθημερινότητα κι άφηνε στο πρόσωπο του όλο και περισσότερα σημάδια φθοράς.

Δεν στάθηκε στην Ελλάδα, άλλωστε ήδη μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Αραβικά, γρήγορα υπόγραψε κοντράτο με το γνώριμο για κείνον Μαρόκο.

Τότε για λίγα χρόνια χαθήκαμε, όμως πάντοτε μάθαινα νέα του και όταν αποφάσισα να ταξιδέψω για τη Τεχεράνη, ήξερα πως ήδη εκείνος είχε κατέβει, ήμουν χαρούμενος που θα συναντούσα τον κουμπάρο και αγαπημένο φίλο μου.

Μέσα στην παλάμη μου κρατώ, σφίγγω το δικό του χέρι, όλη την ιστορία να περνά σαν ασύγχρονα βουβά κινηματογραφικά καρέ μέσα από τα μάτια μου.

Ήταν τότε, στο καφενείο του Παπαμανώλη στου Ψυρρή, ένιωθες το νεύρο της σιωπής, ακριβώς όπως και τώρα, εκείνος έγραφε ένα ακόμη κείμενο, το περίμενε πως και πως ο Παπαμανώλης για την επόμενη έκδοση της “Δωδεκανησιακής Ηχούς” και κάθε τόσο σταματούσε για να με ρωτήσει μια λέξη, μια κουβέντα, ένα από εκείνα τα ωραία που του πέταγα κι εκείνος τα άρπαζε και τα παράχωνε στο κείμενο του για να με κάμει να χαρώ και να συμμετέχω!

Έπειτα βάζαμε μερικές εφημερίδες παραμάσχαλα και τις μοιράζαμε σε φίλους και γνωστούς.

Έτσι βουβοί αντέξαμε για λίγη ώρα κι οι δύό, έπειτα βάλαμε τα κλάματα, αφήσαμε το συναίσθημα να γίνει στυφό δάκρυ, να πνίξει όλο το θάλαμο, να σκεπάσει όλη τη Τεχεράνη, όλα τα πίσω χρόνια που χαρίσαμε εδώ κάτω στη Περσία.

"Εσύ θα φύγεις, θα δεις, θα ζήσεις πάνω σε μια πατρίδα ελεύθερη, Ελληνική. Μεγάλη τύχη, σπουδαίο ριζικό για σένα καλότυχε Γιάννη, να ξέρεις πως σε αγαπά ο Θεός".

Προσπάθησα να μαλακώσω τη στιγμή, έμοιαζε σα να ήμουν στο νταμάρι, να βγάζαμε μια πέτρα σπασμένη, να τραβούσαμε το μάρμαρο από τη μάνα του, τη γη, και εκείνο, ριζωμένο να έβγαινε όλο κομμάτια.

Θυμήθηκα το 1941, τότε που έφευγε εθελοντής ο γιός του, ο Γιάννης Ιωαννίδης. τότε που τραβούσε από την Περσία για το Κάιρο και τον στρατό των συμμάχων. Ήταν άρρωστος από τότε ο κουμπάρος Μιχάλης, όμως σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι το βήμα, έβγαλε έναν λόγο που έκαμε τις καρδιές μας σίδερο, μας φόρτωσε Ελλάδα. Και εκεί που όλοι κλαίγαμε για τα παιδιά που πάνε εθελοντές στο πόλεμο, εκείνος δεν έβγαλε στάλα δάκρυ, μόνο καμάρωνε το γιο που έδειχνε ίδια, μπορεί και περισσότερη αντρειοσύνη από ένα πατέρα που τα είχε δώσει όλα, κυριολεκτικά όλα για την πατρίδα. Πήρα θάρρος και του φώναξα:

-Θα γυρίσεις κι εσύ Μιχάλη, ίσως να ταλαιπωρηθείς λίγο, μα σύντομα θα πάρεις το δρόμο για τη ελεύθερη πατρίδα μας.

Έσφιξε με τη παλάμη του τον καρπό μου, τα μάτια του έτρεχαν σα θαλασσινά ποτάμια, ξέραμε καλά κι δύό μας τη έγραφε το δικό του ριζικό. Μετρούσε μέρες, για το μεγάλο, αιώνιο ταξίδι, σα να είχε υπογράψει συμβόλαιο, είχε κλείσει θέση παραμονής, για πάντα στη μακρινή Περσία.

Όμως εκείνο που τον πείραζε περισσότερο από όλα ήταν που έφυγε αυτοεξόριστος από το νησί και τώρα που θα μπορούσε να γυρίσει και με τιμή να φιλήσει τα Ελληνικά χώματα, έμενε δεμένος στα ξένα. Το δικό του ριζικό ήταν να απομείνει στα ξένα μέρη. Αγιάτρευτη πληγή δεν είναι ο θάνατος, μα μια ζωή μακριά από τα θέλω της ψυχής μας.

Από τότε δεν έχω ξανακλάψει τόσο πολύ, μα ποιος μπορεί να μη λυγίσει σε ένα τέτοιο αντίο.

Ο Μιχάλη Ιωαννίδη έφυγε πρώτος, ακριβώς όπως το είχε προβλέψει, έμεινε μόνο ο καημός του να στέκει ολοζώντανος, δεν πρόκαμε να δει τη πατρίδα λέφτερη και ντυμένη στη γαλανόλευκη.

Ο Λαχανάς έστειλε την κόρη του στο νοσοκομείο να τον φροντίσει και να τον ετοιμάσει για το μοναχικό ταξίδι, στην εκκλησία που είχε κι αυτός παλέψει για τη δημιουργία της, γράφτηκε η τελευταία σκηνή από την ιστορία του.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, του 1944, οι τελευταίες γιορτές στην Τεχεράνη, ήταν τα πιο δύσκολα στη διαδρομή του Λαχανά.

Έφτασε η στιγμή της επιστροφής στην Ελλάδα. Μέσα σε λίγες ώρες θα σκεπαστούν δέκα χρόνια, ο Γιάννης Λαχανάς σκέφτηκε πως έτσι είναι πολύ καλύτερα, ένας γρήγορος και απότομος αποχωρισμός δεν γεννά φανερά κλάματα, τα μοιρολόγια είναι βουβά, φτάνει μια στιγμή που ακόμη κι αυτός, ο αδάμαστος χρόνος, υποκλίνεται σε ψυχές όπως του Μιχάλη Ιωαννίδη.

Οι δυο Καρπάθιοι μετανάστες έχτισαν σε όλο τον κόσμο, Πειραιάς, Αβησσυνία, Μαδαγασκάρη, Μαρόκο, Ιράν. Οι πέτρες ίσως κάπου βαθιά, μέσα στην τραχεία ψυχή τους να έχουν μνήμη, μα σίγουρα δεν έχουν στόμα...

Υ.Γ. Πρόκειται για την ιστορία ζωής του Μεσοχωρίτη Μιχάλη Ιωαννίδη, δοσμένη μυθιστορηματικά, μέσα από τις μνήμες του κουμπάρου και επιστήθιου φίλο του, του Γιάννη Λαχανά. Ευχαριστώ τον Γιάννη Νισύριο, εγγονό του Λαχανά, για τις λεπτομέρειες από τη ζωή στην Τεχεράνη, καθώς και την εφημερίδα “Δωδεκανησιακή Αυγή” για τα στοιχεία. Μ.Δ.

Φωτογραφικό υλικό

Προτάσεις Verena

Σε αυστηρό ύφος ο πρώην δήμαρχος Ρόδου Στάθης Κουσουρνάς απάντησε στον νυν Αλέξη Κολιάδη για τα όσα...
  Ψευδείς χαρακτηρίζει τις δηλώσεις του Αλεξάνδρου Κολιαδη, ο  πρόεδρος του Γ´...
Την έλλειψη νεφρολόγου και κέντρου αιμοκάθαρσης στο νοσοκομείο της Καρπάθου επισημαίνει σε επιστολή...
Αρχισαν τα...γαλλικά στο νέο δημοτικό συμβούλιο Ρόδου πολύ νωρίτερα απ ότι αναμενόταν!....Σε μια...