-Που πάνε οι αγνές, οι καθαρές ψυχές, όταν αφήνουν πίσω ξέπνοα και αδειανά κορμιά;
Είναι η απώλεια που γίνεται πάντοτε αφορμή για βαθιές ενδοσκοπήσεις, για ένα ασύγχρονο ταξίδι πάνω σε αυλάκια πόνου, εκείνες τις ξερές χαραμάες του προσώπου, που δεν θέλουμε να τις αντικρύζουμε ανάστροφες επάνω στους άπονους καθρέφτες.
Μέσα στο καταχείμωνο ακόμα και το καλοκαίρι μοιάζει με ξενική μνήμη, έτσι και με εκείνα που μας αποχαιρετούν, τα ψάχνουμε, θέλουμε πρώτα να αγγίξουμε πάνω τους αόριστα σημάδια μνήμης κι έπειτα μπήγουμε σα τα μωρά τα κλάματα, ψάχνουμε μια μάνα για να χωθούμε και να χαθούμε μέσα στην αγκαλιά της.
Έτσι γίνεται σε όλες τις απώλειες, διαφωνίες κι ένα σκασμός αρνήσεις, μέχρι που στο τέλος καταπίνεις αμάσητο το χρόνο και όλα γίνονται πετσί, ένα στεγνό κομμάτι δέρματος.
Και οι ψυχές; λέτε να τριγυρίζουν εδώ κάτω; να σουλατσάρουν σε ετούτο τον ψεύτικο ντουνιά, και να μας παρατηρούν;
Μα τότε σίγουρα ο Νίκος Μαλλόφτης δίχως μικρές ανάγκες. Μακριά από ανθρώπινα σύνεργα. Από ματογυάλια, μολύβια και υπολογισμούς, θα κάνει παρέα με την αδερφή του, τη Φωτούλα, κάπου τρυπωμένος στα βραχάκια της Αμμοπής, πάνω στο μαγικό σβήσιμο της θαλασσας.
Ίσως μάλιστα να χορεύει επάνω, ακόμη και μέσα, στους πιο ψιλούς κόκκους της ολόχρυσης άμμου.
Ναι, εκεί θα αφουγκράζεται το κύμα, πάντοτε θα μας περιμένει. Και μέχρι τότε, οι όποιοι ζωντανοί, θα φαίνονται ακόμη πιο μικρά και πιο ανυπεράσπιστα φοβισμένα πλασματάκια, που θα ξαφνιάζονται, θα τρομάζουν σε κάθε ακραίο γύρισμα της μοίρας.
Τέτοιες αληθινά πικρές ώρες, τα συνασθήματα πιο εύκολα γίνονται καημός πνιχτών δακρύων, παρά στιφά γράμματα και ανίκανες γωνιασμένες λέξεις.
Δεν αρκεί μια κουβέντα τιμής, ένας χαιρετισμός μνήμης, για κείνους που ξε-φεύγουν βιαστικά, όμως αφήνουν πίσω ένα στέρεο χνάρι λεβεντιάς, ήθους, αγώνα και απέραντης σεμνότητας.
Όποιος περπάτησε στην Αμμοπή, κολύμπησε στο Περάμμο, στάθηκε στο Golden Beach, δεν μπορεί, γνωρίζει, νιώθει και θα καταλάβει.
Τα μάτια του πρώτα διάβαζαν τις επιθυμίες, έβλεπαν τη διάθεση μας, αυτός ήταν ο Νίκος, που μπορούσε τόσο εύκολα να μας ζυγίσει. Σαν να μας γνώριζε από παιδιά και μας άφηνε να μιλήσουμε, να πούμε τα δικά μας.
Ο Νίκος Μαλλόφτης, με την μεγάλη καρδιά και τα μετρημένα σοφά λόγια θα είναι πάντα εκεί.
Ευτυχώς θα έρθουν οι επόμενες ανυποψίαστες γενιές, θα κάνουν το δικό τους ολοκαίνουριο νούμερο, ίσως και να χαράξουν κάποιο σπουδαίο ανκόρ με πολλά χειροκροτήματα, εκεί, ακριβώς πάνω στην φορτωμένη ανάκατες μνήμες, στην ίδια λεπτή άμμο. Και εκείνοι που γνωρίζουν, θα κρύβουν ένα δάκρυ, αφού πάντοτε θα αντικρύζουν το πρόσωπο του Νίκου μέσα στις σκιές απ΄τα αλμυρίκια.
Ένα πικρό αντίο - Του Μανώλη Δημελλά




