ΦΩΤΟ - Η Συμιακή Σκάφη, η Φόρμουλα ΕΝΑ της Μεσογείου, Του Νικολού Φαρμακίδη, Πολιτικού Μηχανικού

Η ΣΥΜΙΑΚΙΑ ΣΚΑΦΗ (SUMBEK)
Η ΦΟΡΜΟΥΛΑ ΕΝΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ
-ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΟΥ ΦΑΡΜΑΚΙΔΗ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ
Η Συμιακιά Σκάφη είναι ένα πλεούμενο με μεγάλη ιστορία και μια εξελιγμένη τεχνολογία: μοναδική μέχρι την εποχή που εξαφανίστηκε από τις θάλασσες.
Θα ήθελα λοιπόν να μοιραστώ μαζί σας την ιστορία της.

Περιγραφή
Στο βιβλίο «Ελληνική Παραδοσιακή Ναυπηγική» ο Κωνστ. Δαμιανίδης προσπαθεί να περιγράψει αυτό το ειδικό σκαρί, από μαρτυρίες.
Η Σκάφη είχε μήκος μέχρι 15 μέτρα, ένα μεγάλο μέρος καταλάμβανε το ποδόσταμο της πλώρης που ήταν ίσιο, με έντονη κλίση προς τα εμπρός και στη πρύμνη ο τάκος, καταλάμβανε το 1/3 του συνολικού ύψους της και είχε κλίση προς τα πίσω. Το πλάτος του μεσαίου νομέα, στο ύψος του καταστρώματος, ήταν ίσο με τα 2/3 περίπου του μήκους της καρίνας, που ισούται σχεδόν με το 1/3 του συνολικού μήκους, είχε μεγάλο βύθισμα και έντονη σιμότητα.
Η εφαπτόμενη του μεσαίου νομέα στο σημείο του ασσού της καρίνας είναι υπό γωνία λίγο μεγαλύτερη των 30ο ως προς τον οριζόντιο άξονα και οι εφαπτόμενες στο ύψος του καταστρώματος είναι κατακόρυφες. Το σκάφος έχοντας αυτό το ιδιαίτερο σχήμα, χρειαζόταν αρκετό έρμα για επαρκή σταθερότητα και ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν ότι έβαφαν την κάθε σειρά σανιδιών στο παραπέτο και στο επάνω μέρος της γάστρας με χρώματα; κόκκινο, μπλε, καφέ, πράσινο, και άσπρο.
Την ιστιοφορία της Σκάφης αποτελούσαν μια σακολέβα (σακκολαίφη), μια γάπια και ένα μπαφίγκο, ένας έξω φλόκος, ένα φλοκίνι, ένας φλόκος και ένας αράπης ή τουρκετίνα και επιπλέον μια μετζάνα (πανί πένα) στη πρύμνη. Το σκάφος διέθετε μεγάλο ανάπτυγμα ιστιοφορίας κι έτσι ήταν απαραίτητο να έχει μεγάλο βύθισμα.
Τα κύρια πανιά της Συμιακιάς Σκάφης είναι η σακολέβα και η μετζάνα, λένε ότι η ονομασία σακολέβα προέρχεται από τις ιταλικές λέξεις «sacco» και «levare», όμως σε βυζαντινά κείμενα του 12ου αιώνα απαντάται η λέξη «σαγολαίφεα» ως είδος πανιού και ετυμολογείται από το «σάγος» (μανδύας) και το «λαίφος» (είδος ιστίου). Πανί σε σχήμα σακολέβας βλέπουμε και σε επιτύμβιες στήλες, από τον 1ο π.Χ. έως και τον 3ο μ.Χ. αιώνα, που διαψεύδει αυτούς που υποστηρίζουν τη βορειοευρωπαϊκή καταγωγή της.
Το δε μικρό τριγωνικό πανί στην πρύμνη, η μετζάνα, σε συνδυασμό με το πλατύ πηδάλιο, έδινε τη δυνατότητα στον καπετάνιο να μετακινεί το σκάφος προς τα πλάγια, όσο αυτό ήταν αγκυροβολημένο και να κάνει γρήγορους ελιγμούς όταν ιστιοδρομούσε. Την ικανότητα για αργές και σταθερές μετακινήσεις, βελτίωνε και η μορφή της γάστρας, ανεξάρτητα από αλλαγές της κατεύθυνσης του αέρα και των ρευμάτων.
Όταν ιστιοδρομούσε με τη σακολέβα, βυθίζονταν περισσότερο στην πρύμνη απ' ότι στην πλώρη, ενώ, όταν ήταν αγκυροβολημένη ή πήγαινε με τα κουπιά το βάρος των ιστίων και της εξάρτισης, και η ενδεχόμενη τάση από την άγκυρα αύξανε τη βύθιση στην πλώρη: έτσι το κέντρο του όγκου του υφάλου τμήματος ήταν στη θέση «Α» όταν το σκάφος είχε τα πανιά του ανοιχτά, και στη θέση "Β" όταν ήταν αγκυροβολημένο. Οπότε η απόσταση της μετζάνα - πηδάλιο από το κέντρο της άνωσης μεγάλωνε, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μεγαλώνει η ροπή που δημιουργούσε η δύναμη από τη μετζάνα στο σκάφος, και έτσι οι μετακινήσεις επιτυγχάνονταν με μικρές και επιδέξιες κινήσεις της μετζάνας και του πηδαλίου. Η ιστιοφορία επέτρεπε και την απρόσκοπτη χρήση των κουπιών και ως εκ τούτου την εναλλαγή της χρήσης ιστίων / κουπιών, χωρίς να χρειάζονται μεγάλες παρεμβάσεις στα ιστία. Έτσι δεν έχανε ταχύτητα όταν έπρεπε να επιτεθεί σε εχθρικά πλοία, ακόμα και κόντρα στον άνεμο μέχρι 38 μοίρες.

Οι Συμιακοί, με την ευρύτερη έννοια (που ήταν και οι Σταδιάτες - Κνίδιοι), ασχολούνται ανέκαθεν με την σπογγαλιεία. Άλλωστε ήταν παροιμιώδης στους Έλληνες η αφθονία των σπόγγων στην περιοχή: «σπόγγος ψαίστωρ καλάμων από κνιδίων», που θα πει ότι οι Κνίδιοι χρησιμοποιούσαν σφουγγάρια για καθαρισμό των γραφίδων. Ήταν κυρίως γυμνοί δύτες. Η Σκάφη ήταν το καταλληλότερο εργαλείο γι’ αυτή τη σπογγαλιεία.
Ο Δαμιανίδης λέει ότι η σπογγαλιεία καθόρισε τον τύπο του σκάφους, εγώ δεν συμφωνώ: το «εργαλείο» υπήρχε, το γνώριζαν καλά και βόλεψε τη σπογγαλιεία, όπως και πολλές άλλες χρήσεις.
Το πλήρωμά του αποτελείτο από 7 με 8 άνδρες, 5 ήταν «γυμνοί δύτες». Βουτούσαν με τη «σκανταλόπετρα» έχοντας στο στόμα ένα σφουγγάρι βουτηγμένο στο λάδι, τους έδινε παραπάνω αέρα και μόνωση από το νερό, φτάνοντας στα 15 λεπτά κατάδυσης. Οι δυνατότητές τους ήταν πάνω από τις φυσιολογικές.
Η «μετζάνα», παρέμενε ανοικτή κατά την αλιεία, σε αντίθεση με τα άλλα ιστία. Η χρήση της, όταν ο δύτης είχε καταδυθεί, ελέγχονταν οπό τον καπετάνιο και ήταν απόλυτα συντονισμένη με τις κινήσεις του δύτη. Αυτό προϋπόθετε μεγάλη δεξιοτεχνία και πείρα. Μια ξαφνική πτώση της έντασης ή αλλαγή της κατεύθυνσης του αέρα, μπορούσε να προξενήσει μεγάλη αλλαγή στη θέση πλεύσης του σκάφους, με επικίνδυνες συνέπειες. Εξασφάλιζε όμως μικρότερες προοπτικές ατυχημάτων στους αλιείς και ταχύτερη προσέγγιση στους τόπους σπογγαλιείας: αυτά τα δύο έκαναν κατάλληλη τη Σκάφη για τη σπογγαλιεία.
Οι Σκάφες απαγορεύτηκαν το 1835, μετά τη συνθήκη του Λονδίνου, γιατί οι Οθωμανοί απαγόρευσαν τη κατασκευή τους ως πολεμικά πλοία και έτσι δεν τις ξαναείδαμε αφού δεν τις ναυπηγούσε άλλο νησί.

Ιστορία
Οι Σκάφες έχουν μια ιστορία χιλιετιών,. ας τη δούμε λοιπόν από την αρχή.
Η ιστορία αρχίζει στη Ρόδο του 4ου αιώνα: οι Ρόδιοι, ποτέ δεν είχαν μεγάλα πολεμικά πλοία, αλλά μικρά, τις τριημιολίες. Οι τριημιολίες προστάτευαν τα μεγάλα εμπορικά πλοία, η τριημιολία ήταν ένα ισχυρό και ταυτόχρονα ταχύτατο πολεμικό πλοίο, ένας συνδυασμός ημιολίας και τριήρους.
Είχε μια πολύ μεγάλη ιστιοφορία και οι δύο επάνω σειρές κωπηλατών ήταν τοποθετημένες εναλλάξ. Είχε και μια μισή τρίτη σειρά, που βρισκόταν ή στο πίσω μέρος του πλοίου ή ήταν μικρότερα κουπιά τοποθετημένα στο μέσον των πλευρών του πλοίου. Η πάνω σειρά απομακρύνονταν, κουπιά και καθίσματα, ώστε να πέφτει το κατάρτι με τα ιστία. Έτσι, τα ιστία παρέμεναν ανοιχτά μέχρι την εμπλοκή, κάνοντας το πλοίο ταχύτατο στη ναυμαχία.
Τα άλλα πλοία χρησιμοποιούσαν μόνο κουπιά για την επίθεση, έτσι έπρεπε να αφαιρέσουν κατάρτια και ιστία πριν τη ναυμαχία, χάνοντας έτσι τη ταχύτητά τους.
Η τριημιολία, εμφανίζεται στην γραμματεία λίγο πριν από το 300 π.Χ, ως ροδιακός τύπος πλοίου σύντομα υιοθετήθηκε από την Αθήνα και την Πτολεμαϊκή Αίγυπτο και αργότερα από τη Ρώμη.
Η ονομασία της προέρχεται από τις τρεις σειρές κουπιών (δύο ολόκληρες και μια μισή), βασίζονταν όμως, περισσότερο στα ιστία της, παρόλο που μπορούσε να πηγαίνει πολύ γρήγορα και με τα κουπιά.
Ήταν φτιαγμένα για τον «διέκπλου».
Ο διέκπλους των Ροδίων, περιλάμβανε διάσπαση και διάτρηση των εχθρικών γραμμών, «ξύρισμα» των κουπιών των εχθρικών πλοίων και μετά ξανά στροφή και εμβολισμό των πλοίων ή πυρπόληση με τον «πυρφόρο κημό» (Πολύβ. 21.7.1-2), που ήταν εφεύρημα του Παυσίστρατου του Ρόδιου.
Τα σκάφη λοιπόν, έπρεπε να είναι μικρά ευέλικτα, με στενή γάστρα και μεγάλη ιστιοφορία και μεγάλο βύθισμα. Χρειάζονταν βέβαια ικανότατους ναυτικούς, που να μπορούν να τα διαχειριστούν, χωρίς να ανατραπούν.
Να σημειώσω ότι η Ρόδο του 300 π.Χ., περιλαμβάνει και την επικράτεια της, δηλαδή το νησί της Ρόδου, την Περαία (ή Τραχεία χερσόνησο), τη Σύμη, τη Χάλκη και το Καστελλόριζο.
Οι Συμιακοί, χάνοντας την επαφή με τους Ροδίτες, λόγω καταλήψεων του νησιού, θεωρούν τους Σταδιάτες και τους Καραμακιότες, συμπατριώτες τους έχοντας την ίδια διάλεκτο, και από το 300 π.Χ εκτός από μεγάλα εμπορικά πλοία, κατασκευάζουν και γρήγορα μικρά πλοία για να κυνηγούν πειρατές.
Κατά την βυζαντινή περίοδο, εκτός από δρόμωνες και πάμφυλους, συνέχισαν να κατασκευάζουν τα γρήγορα και ευέλικτα μικρά σκαριά τους. Ενδεχομένως τα ονόμαζαν «σαμβίκες»: έτσι οι Άραβες, όταν ήρθαν στο Αιγαίο, βρήκαν το πλοίο και το είπαν «Σαμπάκ» και τη Σύμη «νησί των Σαμπάκ».
Οι Άραβες, που εξέλιξαν κατά πολύ τη ναυπηγική, βρήκαν κάτι το μοναδικό. Έτσι και το νησί ταυτίστηκε με το όνομα του πλοίου: στα Τουρκικά καταγράφτηκε ως Sümbeki και το νησί Sünbeki ada (سومبکی).
Οι περιηγητές τα περιγράφουν, με όλα τα στοιχεία τους, ήδη το 1650: είχαν εννέα ζεύγη κουπιών (τριημιολίες) και ιστία, τριγωνικά και τετράγωνα, ήταν πολύ ελαφρά, με σχετικά μικρό πλάτος και η κουπαστή ήταν πολύ κοντά στην ίσαλο γραμμή, τα χρησιμοποιούσαν όμως και ως κουρσάρικα, όπως υποστηρίζει ο Δρ. Ιωάννης Κρικώνης
Οι Οθωμανοί αργότερα, ακολουθώντας το παράδειγμα των Αράβων, έψαχναν απεγνωσμένα να βρουν πληθυσμούς για να οργανώσουν το ναυτικό. Αυτοί οι νομαδικοί λαοί, κατάλαβαν στην πορεία, ότι κυριαρχία χωρίς ναυτικό δεν γίνεται. Πολλοί Έλληνες εξωμότες πήραν μέρος στη διαδικασία, κυρίως πειρατές, με εξέχοντα τον Μπαρμπαρόσσα.
Η Σκάφη λοιπόν, παίζει σοβαρό ρόλο αυτή τη περίοδο στη περιοχή: έτσι τη μιμούνται στη Μεσόγειο με το αραβικό της όνομα.
Με τη συνθήκη των Συμιακών με τον Σουλεϊμάν (Χάτι Χουμαγιούν του 1549), το Οθωμανικό κράτος ανέθεσε στα Σουμπέκια, το ταχυδρομείο του.
Ο Stochove Escuier που ήρθε στη Σύμη το 1650, γράφει: «Φτιάχνουν μικρά σκάφη που τα ονομάζουν «simbequirs» και έχουν συνήθως εννιά σειρές κουπιά, είναι πολύ ελαφρά και τόσο γρήγορα, ώστε πλέοντας είτε με πανιά είτε με κουπιά κανένα πλοίο δεν μπορεί να τα ξεπεράσει. Γι’ αυτό οι κάτοικοι του νησιού που είναι περιζήτητοι στις θάλασσες αυτές δεν έχουν λόγους να φοβούνται τους κουρσάρους και σε περίπτωση θύελλας τραβούν τα πλοία τους στις ακτές, που τις ξέρουν πολύ καλά».
Οι Οθωμανοί χρονογράφοι θαυμάζουν τις Συμιακές Σκάφες και στα χρονικά για τη κατάληψη της Ρόδου 1523 γράφουν: «διέτρεχαν τη θάλασσα με ιπτάμενα πλοία και προκαλούσαν ζημίες και απώλειες στους Μουσουλμάνους».
Τότε, επί Ιπποτών παίρνουν και το όνομα Μπριγαντίνια.
Ο Δαμιανίδης τα «sumbek», τα πειρατικά σκάφη της Μεσογείου, τα ταυτίζει με τα Μύστικο. Μας λέει όμως ότι το μύστικο, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί αν είναι τύπος ιστιοφορίας ή γάστρας, δεν πάει όμως ο νους του στις Συμιακές Σκάφες.
Οι Βενετοί τα ονομάζουν «μπριγκαντίνια» (όνομα που προέρχεται από το brigante = ληστής). Τα χρησιμοποιούσαν για τη προστασία των μεγάλων εμπορικών τους πλοίων.
Μια παροιμία μας λέει: «πίσω έχει η «αχλάδα» την «ουρά»», το ακριβές νόημα της είναι: «να προσέχουμε αυτό που έρχεται μετά, αν και μικρό».
Οι ναυτικοί σήμερα δεν γνωρίζουν, τις αχλάδες, που διέσχιζαν το Αιγαίο, δηλαδή τα μεγάλα βενετσιάνικα εμπορικά πλοία, που το σχήμα τους στο ορίζοντα φάνταζε σαν «αχλάδα», αλλωστε όλα αυτά χάθηκαν με την εξαφάνιση του κούρσους τον 19ο αιώνα στο Αιγαίο.
Η ουρά των αχλάδων, ήταν τα μπριγαντίνια.
Ο Κώστας Δαμιανίδης, σε συνέδριο στη Ρόδο, ανακοίνωσε ότι οι Βενετσιάνοι στα πρώτα βήματα της ναυτοσύνης τους, είχαν ως «αμιράλιους» Ροδίτες. Ροδίτης ήταν ο αρχιναυπηγός αμιράλιος και ο υπονάυαρχος σόττο - αμιράλιος του στόλου. Ενδεχομένως αυτή η σχέση να μεταλαμπάδευσε και την τεχνική στη κατασκευή και στη ναυμαχία.
Στο βιβλίο της για την πειρατεία η κ. Κραντονέλλη, αναφέρει ότι την εποχή των Ιπποτών και των Οθωμανών, οι φούστες και τα «μπριγκαντίνια» είναι τα κατ' εξοχήν πειρατικά πλοία στην περιοχή της Δωδεκανήσου, είτε ως πειρατικά είτε ως καταδιωκτικά των πειρατών.
Τα χρησιμοποιούν όλοι οι νησιώτες της περιοχής με εξέχοντες τους Συμιακούς.
Δεν περιγράφει τα μπριγκαντίνια, όμως η «φούστα», παρόλο που έχει διαφορετική γάστρα, έχει την ιστιοφορία της Σκάφης. Μια αναφορά της λέει ότι το 1523 «μεταξύ Τρίπολης της Συρίας και Κύπρου ασκούσαν πειρατεία ο Γιώργος Σφακιώτης με το γρίπο του μαζί με δύο μπριγκαντίνια της Σύμης».
Στην Βικιπαίδεια διαβάζουμε: «Σεμπέκο (xebec) ονομάζονταν το ταχύπλοο σκάφος που χρησιμοποιούσαν οι πειρατές από τον 16ο αιώνα έως τον 19ο αιώνα. Το Σεμπέκο μπορούσε να πλέει ακόμα και σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ήταν ταχύτατο, και αποτελούσε το φόβο κάθε σκάφους της εποχής.
Η ειδική κατασκευή των ιστίων του, του έδινε την δυνατότητα να ταξιδεύει υπό γωνία 38°, κόντρα στον άνεμο ενώ τα ιστιοφόρα της εποχής δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν τις 60 ή 70 μοίρες.
Ο Τζώρτζ Χόγκ, έφορος του Ναυτικού Μουσείου της Κορνουάλης έλεγε, ότι είχαν «την επιτάχυνση ενός αγωνιστικού αυτοκινήτου ή τη ταχύτητα με την οποία κερδίζει ύψος ένα μαχητικό αεριωθούμενο». Αυτό οφειλόταν στον τρόπο με τον οποίο ήταν κατανεμημένα τα ιστία του, τρίγωνα και τετράγωνα, που έστριβαν όλα μαζί.
Οι Φίλιπ Γκούντι (σχεδιαστής ιστίων) και ο Γκρέιαμ Νίλσον (πρώην πλοίαρχος του Βασιλικού Ναυτικού) εξοπλίζοντας το TS Pelican με παρόμοια ιστία κατόρθωσαν να πετύχουν ταχύτητα 10 κόμβων υπό γωνία 38 μοιρών αντίθετα με τον άνεμο.
Με τη μοναδική γάστρα της Σκάφης, οι παραπάνω, θα έβρισκαν ένα πλοίο ακόμα πιο άξιο θαυμασμού.
Σε όλες τις γλώσσες της Μεσογείου τα πλοία αυτά λέγονται Xebec, xebeck, xebe(c)que, zebec(k), zebecque, chebec, shebeck, chabec, jabeque, enxabeque, xabeco, sciabecco, zambecco, stambecco κλπ. Αραβικά: šabbāk και Τουρκικά: sϋnbeki. Η τουρκική ονομασία μας υποδεικνύει ότι η Σκάφη, περιλαμβάνεται σε αυτή τη κατηγορία των πλοίων.
Το Online Etymology Dictionary, αναφέρει ότι η προέλευση της ονομασίας σε όλες τις άλλες γλώσσες είναι η Αραβική. Ως εκ τούτου οι Άραβες πρέπει να έδωσαν την ονομασία στη Σύμη, όταν την κατέλαβαν τον 7ο ή 8ο αιώνα. Άλλωστε στα Τουρκικά η λέξη αυτή δεν έχει νόημα, απλά παρέμεινε μετά τον 10ο αιώνα στους Τούρκους.
Η Συμιακιά Σκάφη, λόγω της καταγωγής της, από την εποχή τις Ροδιακής Πολιτείας και από μαρτυρίες προϋπάρχει των άλλων και τέλος, λόγω της τελειότητάς της, είναι το πρωτότυπο, του οποίου την ιστιοφορία αντέγραψαν οι υπόλοιποι λαοί της Μεσογείου (κατά τον 16ο αιώνα επί Οθωμανών). Δεν μπόρεσαν όμως να χρησιμοποιήσουν την ίδια γάστρα, γιατί δεν κατάφερναν να την κουμαντάρουν. Για τους Συμιακούς αποτελούσε ένα όπλο. Ένα όπλο που το χρησιμοποίησαν ως το βασικό χαρτί στη διπλωματία τους, για να επιτυγχάνουν συνθήκες με τι διάφορες Μεγάλες Δυνάμεις κατά εποχές.
Άλλωστε, το όνομα Σουμπέκι είναι ελληνικής καταγωγής, από το Σαμβύκη: «σάμβυξ» μεγάλο έγχορδο όργανο, μεγέθους πάνω από ένα μέτρο. Είχε σχήμα τριγωνικό και, κατά τον Αθήναιο (ΙΔ', 634Α), ήταν όμοιο με την πολιορκητική μηχανή, που είχε το ίδιο όνομα.
Ο Ανδρέας ο Πανορμίτης, στο 33ο βιβλίο της Ιστορίας της Σικελίας (Αθήν. ό.π.), αναφέρει ότι «ονομάστηκε σαμβύκη, γιατί, όταν υψωνόταν ίσια, η εμφάνισή της ως σύνολο έμοιαζε στο σχήμα μ' ένα πλοίο και μια όρθια σκάλα μαζί».
Ο Παπαχριστοδούλου στο Τοπωνυμικό της Ρόδου, αναφερόμενος στην ονομασία της Τσαμπίκας, θεωρεί ότι το όνομα ζαμπέκο, που επικρατεί στη Μεσόγειο ως αντίγραφο της Σκάφης, προέρχεται από το σαμβύκη.

Κλείνοντας θέλω να σημειώσω πως, η ποικιλία της πλούσιας ναυπηγικής μας παράδοσης είναι μοναδική στο κόσμο.
Η Σκάφη, δυστυχώς, δε σώζεται, δεν έχουμε κάποιο αυθεντικό πλεούμενο, ούτε κάποια σχέδια ή στοιχεία, που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια πιστή αναπαράστασή της.
Αν θέλουμε όμως να θαυμάσουμε τη τεχνολογία των παππούδων μας, θα πρέπει να ψάξουμε στους βυθούς της θάλασσας.

TopStoryImage: 

TopStoryGallery: 

Share