«Ο Μιχάλης της Αννούς» - Γράφει ο Κώστας Λαμπριανός

Σαράντα μέρες, κιόλας…
Σαράντα μέρες χωρίς τον Μιχάλη, που μας είπε το «στερνό αντίο», από τον μάταιον ετούτο κόσμο, λίγα εικοσιτετράωρα πριν ανατείλει ο καινούργιος χρόνος.
Κυλά ο χρόνος, δίχως να νοιάζεται για τη δική μας μελαγχολία, τη δική μας θλίψη.
Είναι, αλήθεια, πολύ δύσκολο να χωνέψεις, να συνειδητοποιήσεις τη μεγάλη «φυγή» ενός ανθρώπου που αγάπησες στη διαδρομή του χρόνου.
Και ακόμα πιο δύσκολο να βρεις τα λόγια εκείνα, λόγια παρηγοριάς, για έναν φίλο που ξεχώρισε για το σπάνιο ήθος, την ανθρωπιά, τον αλτρουισμό, το πηγαίο χαμόγελό του, και ακόμα για τον τρόπο με τον οποίο σάρκαζε την ίδια τη ζωή, τον ίδιο τον εαυτό του.
Αυτός, ήταν ο Μιχάλης Χατζηνικόλας, ο Μιχάλης της Αννούς, όπως τον αποκαλούσαν συγγενείς και φίλοι στο χωριό του, τον Αρχάγγελο, προσδιορίζοντας την ξεχωριστή σχέση αγάπης που είχε με τη γιαγιά του, την Αννούλα, μάνα της μητέρας του, αφότου έχασε τον πατέρα του, σε ηλικία μόλις πέντε χρόνων.
Γέννημα σκλάβων, πρώτα των Τούρκων κι ύστερα των Ιταλών, σκλάβος ο ίδιος βίωσε από μικρό παιδί, μαθητής ακόμα, το ύπουλο φασιστικό πνεύμα εξιταλισμού των κατοίκων του νησιού, μα η ψυχή του λεύτερη, αχαλίνωτη, περήφανη είπε όχι, όταν οι φασίστες πρότειναν πιεστικά στην οικογένειά του να φορέσει το «μαύρο πουκάμισο», να ενταχθεί στη φασιστική οργάνωση, με αντάλλαγμα μιαν καλύτερη ζωή και σπουδές στην Ιταλία, δρόμο που είχαν ακολουθήσει πολλοί από τους ντόπιους, μικροί και μεγάλοι, σ’ εκείνα τα μαύρα, πέτρινα χρόνια.
Ζυμωμένος στη σκάφη της φτώχειας και της καρτερίας προτίμησε τον δρόμο της δούλεψης και της αξιοπρέπειας, παρά τη δίψα του για τα γράμματα και τη μόρφωση, που ρουφούσε όπως το στεγνό σφουγγάρι το νερό.
Η ίδια φλόγα της γνώσης τον οδήγησε στο νυχτερινό γυμνάσιο, μόλις ήρθαν οι Εγγλέζοι.
Ήταν τότε που άρχισε η στελέχωση του διοικητικού μηχανισμού των ελεύθερων πια Δωδεκανήσων.
Ακολουθώντας τα βήματα της καρδιάς του ο Μιχάλης Χατζηνικόλας υπήρξε ο πρώτος που επέλεξε να υπηρετήσει στην Επιθεώρηση Εργασίας, γιατί πίστευε ότι από τη θέση αυτή θα μπορούσε να είναι περισσότερο χρήσιμος, κοντά στους ανθρώπους του μεροκάματου και του μόχθου.
Γκαρδιακός φίλος του μακαρίτη πατέρα μου στάθηκε, με ανιδιοτέλεια και συνέπεια, πολύτιμος υποστηρικτής των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε μια περίοδο κατά την οποία το κεντρικό κράτος προσπαθούσε να επουλώσει τις βαθιές, αιμάσσουσες πληγές του εμφυλίου και τα Δωδεκάνησα έκαναν τα πρώτα μετέωρα βήματα προς το μέλλον, σ’ ένα περιβάλλον αγωνίας και ανασφάλειας για το πώς θα διαμορφωθεί αυτό το μέλλον.
Το συνδικαλιστικό κίνημα ήταν ακόμα στα σπάργανα και μόνο μετά το 1952 αρχίζει ουσιαστικά να σφυρηλατείται μια συμπαγής, διεκδικητική, αγωνιστική εργατική τάξη με στόχους και οράματα.
Σ’ εκείνους τους δύσκολους καιρούς ο Μιχάλης της Αννούς, από το δικό του μετερίζι, έγινε συνοδοιπόρος του Εργατικού Κέντρου, με προτάσεις και θέσεις που βελτίωσαν αισθητά τη ζωή χιλιάδων εργαζομένων που είχαν συρρεύσει από τα υπόλοιπα νησιά στη Ρόδο, αναζητώντας καλύτερες μέρες.
Φλογερός, στα πρώτα βήματα της δημοσιογραφικής μου πορείας, και συνάμα στοργικός, πιστός στις αρχές και αξίες που κουβαλούσε μέσα του, από τα παιδικά του χρόνια μου ’λεγε: Μην ξεχνάς ποτέ ποιες είναι οι ρίζες σου, οι ρίζες μας, τι πάει να πει δίκιο και αξιοπρέπεια.
Ναι, γαλουχημένος με τα νάματα της οικογένειας, του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, δίκαιος και μεγαλόψυχος μαζί, αγάπησε και αγαπήθηκε απ’ όσους τον γνώρισαν.
Αγάπησε τη γυναίκα της ζωής του, την Αστερόπη, ταπεινή και μεγαλόψυχη σύντροφο, λάτρεψε τα παιδιά του, αγάπησε φίλους και συγγενείς, συμπορεύτηκε και συμπόνεσε γνωστούς και άγνωστους, ακολουθώντας πάντοτε τα προστάγματα της ψυχής του.
Και αγαπήθηκε από γνωστούς και αγνώστους, που τον τίμησαν ως δημοτικό σύμβουλο και αντιδήμαρχο για περισσότερο από είκοσι χρόνια.
Βαθιά φιλοσοφημένος, γι αυτό και βαθιά ανθρώπινος, ο στοργικός φίλος Μιχάλης πίστευε πως ο άνθρωπος φτιάχνει μόνος του τη μοίρα του. Μόνος του χάραξε την πορεία της ζωής του με φυλακτό τα χάδια της γιαγιάς Αννούς και την ευχή της μάνας. Δεν μετάνιωσε για τίποτε από τη ζωή που έζησε. Απεναντίας. ένιωθε ο ευτυχέστερος των ανθρώπων και το διαλαλούσε - πολύ περισσότερο τώρα στα στερνά του - βλέποντας το δέντρο της οικογένειας, δυνατό και θαλερό, ν’ απλώνει τις ρίζες του στο γόνιμο έδαφος που έστρωσε.
Στα τελευταία χρόνια βλεπόμασταν πιο τακτικά, μιλούσαμε πιο πολύ για περασμένα και αξέχαστα της φτώχειας, του πολέμου, για την Ελλάδα που ακόμα ψάχνει τη δική της Ιθάκη, για τον «παλαβιάρη κόσμο», όπως μου ’λεγε, που έχουν φτιάξει οι ανάλγητοι, σύγχρονοι ισχυροί τύραννοι του πλανήτη.
Μιλούσαμε, έκλεινε τα μάτια και ονειρευόταν ανοιξιάτικους, λουλουδένιους δρόμους για τα παιδιά, τα εγγόνια του, για τα παιδιά και τους νέους όλου του κόσμου, ενός κόσμου που βυθίζεται ολοένα και πιο πολύ στα σκοτάδια της βίας, των πολέμων, της εξόντωσης και της ταπείνωσης των λαών, της στοιχειωμένης αδικίας.
Και άλλοτε οργιζόταν από πόνο βλέποντας την νέα φτώχεια ν’ απλώνει τα επώδυνα δίχτυα της στους αδύναμους και αδικημένους, βλέποντας ακόμα τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, για τα οποία πάλεψε σ’ όλη του τη ζωή να καταρρέουν, να ξεριζώνονται, να ισοπεδώνονται, μα πάλι δεν ήθελε να χαθεί η ελπίδα.
Να το θυμάσαι - μου ’λεγε - η ελπίδα πάντοτε ζει, είναι η δύναμη που ανοίγει τα παράθυρα της παρηγοριάς και μαζί με την πίστη αλλάζει τον κόσμο. Θα το θυμάμαι, φίλε εκλεκτέ κι αγαπημένε.

TopStoryImage: 

TopStoryGallery: 

Share